Εμβολιασμός νέων: Ποια εμβόλια θα κάνουν και πόσο διαρκεί η προστασία

«Χάρη στα αποθέματα της AstraZeneca μπορούμε να ξεκινήσουμε εμβολιασμούς στους άνω των 30», δήλωσε ο Βασίλης Κικίλιας

Κατά το χθεσινό διάγγελμα του πρωθυπουργού έκπληξη αποτέλεσε η ανακοίνωση του πρωθυπουργού πως τη Μεγάλη Εβδομάδα θα ανοίξουν τα ραντεβού για άτομα άνω των 30.

Την είδηση διευκρίνισε κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης ο Υπουργός Υγείας, Βασίλης Κικίλιας.

Το άνοιγμα των ραντεβού για εμβολιασμό για την ηλικιακή ομάδα 30-39 θα γίνει την Μεγάλη Τρίτη με το εμβόλιο της AstraZeneca

Από την αμέσως επόμενη ημέρα τα άτομα που επιθυμούν θα μπορούν να εμβολιαστούν.

Ο κ. Κικίλιας τόνισε τη σημασία του εμβολιαστικού προγράμματος, λέγοντας πως αποτελεί τη μοναδική διέξοδο από την πανδημία.

Αναφέρθηκε, μάλιστα, στους υπολογισμούς για τον Μάιο και τον Ιούνιο, λέγοντας πως τον Μάιο αναμένεται να γίνουν έως και 2,5 εκατ. εμβολιασμοί, ενώ τον Ιούνιο, μπορεί να φτάσουμε έως και τα 4 εκατ. εμβολιασμούς.

Ο γενικός γραμματέας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Μάριος Θεμιστοκλέους δήλωσε ότι τον Απρίλιο παρέμειναν ελεύθερα ραντεβού για ΑstraΖeneca. Για το λόγο αυτό αποφασίστηκε να προστεθεί και μία δεύτερη γραμμή για νεαρότερες ηλιακές ομάδες. Έτσι, από τη Μ.Τρίτη θα ανοίξουν τα ραντεβού για ΑstraΖeneca στους 30-39 ετών.

Όπως είπε ο κ. Θεμιστοκλέους θα ακολουθήσουν οι 40 – 44 ετών και οι 45 – 49 και θα  υπάρξουν ανακοινώσεις αργότερα.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι εμβολιασμοί για τους 40-49 θα ανοίξουν εντός της Μεγάλης Εβδομάδας με διαφορά τριών ημερών, με όλα τα εμβόλια.

Σχετικά με το ερώτημα γιατί  προηγήθηκαν οι 30-39 ετών και δεν άνοιξε μαζί όλη η ηλικιακή ομάδα έως τους 49 ετών, κυβερνητικές πηγές ανέφεραν ότι  ανοίγουν πιο γρήγορα στους νεότερους διότι αυτοί απέχουν περισσότερο χρονικά με βάση το συμβατικό προγραμματισμό από τον αναμενόμενο εμβολιασμό τους, άρα έχουν μεγαλύτερο κίνητρο να καλύψουν κενά ραντεβού που υπάρχουν στο σύστημα τώρα. Διαφορετικά θα περίμεναν περισσότερο.

Κατά τη χθεσινή ενημέρωση από το υπουργείο Υγείας ανακοινώθηκαν και τα ποσοστά συμμετοχής στο εμβολιαστικό πρόγραμμα ανά ηλιακή κατηγορία.

Αναλυτικά:

  • Για τους 85 ετών και άνω, εμβολιάστηκε 61% με μία δόση και αν συνυπολογιστούν τα ραντεβού το ποσοστό ανεβαίνει στο 65,7%.
  • Για τους 80-84 ετών, εμβολιάστηκε το 61% με μία δόση και αν συνυπολογιστούν τα ραντεβού το ποσοστό ανεβαίνει στο 66%.
  • Για τους 75-79 ετών, εμβολιάστηκε το 68% με μία δόση και αν συνυπολογιστούν τα ραντεβού το ποσοστό ανεβαίνει στο 77%.
  • Για τους 70-74 ετών, εμβολιάστηκε το 50% με μία δόση και αν συνυπολογιστούν τα ραντεβού το ποσοστό ανεβαίνει στο 70,57%.
  • Για τους 65-69 ετών, εμβολιάστηκε το 27% με μία δόση (είναι από τις ομάδες που άνοιξαν τελευταία) και αν συνυπολογιστούν τα ραντεβού το ποσοστό ανεβαίνει στο 68,5%.
  • Για τους 60-64 ετών, εμβολιάστηκε το 51% με μία δόση και αν συνυπολογιστούν τα ραντεβού το ποσοστό ανεβαίνει στο 60%.

Χθες, τέλος, άνοιξε η πλατφόρμα για τους πολίτες ηλικίας 55 – 59 ετών και τους εκπαιδευτικούς. Ήδη 138.000 πολίτες έκλεισαν ραντεβού. Το Σάββατο 24 Απριλίου θα ανοίξει η πλατφόρμα και για τους 50 – 54 ετών.

Πόσο διαρκεί η προστασία που παρέχουν τα εμβόλια

Με βάση τα δεδομένα από κλινικές μελέτες των εμβολίων Pfizer, Moderna και Johnson & Johnson η προστασία των εμβολίων είναι τουλάχιστον τρεις μήνες. Στην πραγματικότητα αυτό το χρονικό διάστημα αναμένεται να είναι πολύ μεγαλύτερο, χωρίς ωστόσο να είναι σαφές το πόσο θα είναι αυτό, καθώς ποικίλλει από άνθρωπο σε άνθρωπο ανάλογα με την ανοσολογική απόκριση στο εμβόλιο. Υποθετικά, η ανοσία που παρέχουν τα εμβόλια θα είναι τουλάχιστον έξι με οκτώ μήνες, ενώ αν η ανοσία έναντι του SARS-CoV-2 είναι παρόμοια με άλλων κορoνοϊών, όπως το κοινό κρυολόγημα, τότε η προστασία μπορεί να επαρκεί και για ένα ή και δύο έτη πριν χρειαστεί κάποια δόση ενίσχυσης.

Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Πάνος Μαλανδράκης, Γιάννης Ντάνασης, και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ)συνοψίζουν τα νεότερα δεδομένα.

Σε ασθενείς που νόσησαν με λοίμωξη COVID-19 η ανοσία ήταν επαρκής για παραπάνω από οκτώ μήνες, βέβαια η ανταπόκριση στο εμβόλιο αναμένεται να είναι διαφορετική σε σχέση με τη φυσική ανοσία της λοίμωξης. Οι ασθενείς που νόσησαν βαρύτερα έχουν ισχυρότερη ανοσιακή απάντηση σε σχέση με όσους νόσησαν πιο ήπια.

Το παράδοξο είναι ότι επειδή η ανοσία που επάγει το εμβόλιο προσομοιάζει με την ανοσία που επιτεύχθη με σοβαρότερη μορφή της λοίμωξης, είναι πιθανό πολλοί εμβολιασμένοι να έχουν καλύτερη ανοσία από τους περισσότερους που νόσησαν.

Παρόλα αυτά, τα αντισώματα σταδιακά θα πέσουν, και όταν φτάσουν ένα ουδό ασφαλείας το άτομο θα είναι ξανά επίνοσο, βέβαια είναι πιθανό η λοίμωξη να είναι πιο ήπια. Τα Β κύτταρα μνήμης που παραμένουν στον οργανισμό μπορούν δυνητικά να ξαναπαράγουν αντισώματα όταν εκτεθούν στον ιό, και να προσαρμοστούν γρήγορα σε ένα διαφορετικό στέλεχος του ιού, εξασφαλίζοντας έτσι μία παρατεταμένη «ασφάλεια» τουλάχιστον από τη σοβαρότερη μορφή της νόσου.

Οι ειδικοί προσπαθούν να εντοπίσουν τον ουδό κάτω από τον οποίο τα αντισώματα δεν θα είναι πλέον προστατευτικά και θα είναι απαραίτητες δόσεις ενίσχυσης. Οι εταιρείες Pfizer και Moderna έχουν σχεδιάσει κλινικές μελέτες για να καθορίσουν πόσο θα παρατείνει την ανοσία μία δόση ενίσχυσης και κατά πόσο τα εμβόλια τους είναι αποτελεσματικά έναντι των νέων στελεχών, ενώ το εμβόλιο της εταιρείας Johnson & Johnson δοκιμάζεται και σε δύο δόσεις.

Προς το παρόν τα εμβόλια είναι αποτελεσματικά έναντι των περισσότερων μεταλλάξεων του ιού, αλλά αυτό μπορεί να αλλάξει αν ο ιός συνεχίζει να μεταλλάσσεται. Το σημαντικότερο είναι ο γρήγορος εμβολιασμός του πληθυσμού, γιατί όσο ο ιός «κυκλοφορεί» περισσότερο, τόσο περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν να μεταλλαχθεί σε ανθεκτικότερα στελέχη.

ΠΗΓΗ: typosthes.gr